Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Για το παραμύθι της ιτιάς και του ποταμού ΙΙΙ




 

Αγαπητοί φίλοι και φίλες. Κάποτε είχα την τύχη, ή την ευλογία καλύτερα να πω, ν’ ακούσω πολλά παραμύθια, κυρίως από τον πατέρα μου. Εκείνα που’ λεγε, ανεξάντλητα κάθε βραδυά, γυρίζοντας από τα μακρινά του, ως ναυτικός που ήτανε, ταξίδια. Παραμύθια, αυτοσχέδια σχεδόν, αυτοδημιούργητα όλα. Από μια ψυχή βασανισμένη και λεπτή. Από μια φύση, σίγουρα ιδιαίτερη. Αργότερα είχα τη χαρά να προσπαθήσω κάτι από κείνα τα παραμύθια να πω στην κόρη μου. Να μπω στην ατμόσφαιρά τους. Στα μονοπάτια τους να πορευτώ. Την αύρα τους, κάτι λίγο από αυτήν έστω, από άλλο τώρα ρόλο να μεταφέρω σε κείνη. Να νιώσω τη δύναμή τους, τη μαγική τη μέθη τους, το σεβασμό και την αγάπη τους για τη ζωή. Από τη γνώση και από τη γεύση τους για από την πίστη τους, να ξαναποτιστώ, πάλι.

Ναι λοιπόν, ναι, σας το ομολογώ. Ένταση, χαρά, κάτι σε λύτρωση, όμοια παρηγορητική πως ένιωσα, λαμβάνοντας τούτο, το έναντι δώρου φιλίας και επικοινωνίας προς επιβίωση, βιβλίο  της  Όλγας. «Το παραμύθι της Ιτιάς και του ποταμού». Μαγεύτηκα ξανά, το διάβασα και το ξαναδιάβασα, το διάβασα στην κόρη μου και στα παιδιά του σχολείου. Το πήρα στο προσκεφάλι μου. Γνώσεις πολλές, ούτε σπουδές εγκύκλιες έχω πάνω στο θέμα. Και να με συγχωράτε.

Μα και τούτο το παραμύθι είναι καμωμένο απ’ αλήθεια. Είναι ζυμωμένο με τα υλικά της καρδιάς, που είναι και του ονείρου. Αλλιώτικα πώς θα διαιωνιστεί η αγάπη.

Αγαπητοί φίλες και φίλοι. Ο σύγχρονος άνθρωπος αποξενώθηκε από το περιβάλλον του. Ξεχάστηκε και τυφλωμένος εισήλθε  -για ν’ αποκλειστεί-  μες  στα σαλόνια μιας «ευημερίας θανάσιμης». «Ίσως και να’ ρθε ο καιρός που ανακαλύψαμε πως λίγο ακόμα και δεν θα έχουμε το δικό μας πρόσωπο σαν τόπος, σαν λαός και σαν πολιτιστική παράδοση τόσων αιώνων. Τα πουλήσαμε κι εξακολουθούμε να τα πουλάμε και σήμερα στους μεταπράτες του κόσμου. Κι όμως, ολόγυρά μας υπάρχουν ακόμα τα συγκλονιστικά ζωντανά τους σημάδια. Θησαυροί που πάνε να ξεχαστούν. Να χαθούνε για πάντα». Σε μια τέτοια παράδοση, στη σοφία και την αγνότητα μιας λογοτεχνίας απόλυτα στιβαρής, μιας λογοτεχνίας που θα’ πρεπε, αν μη τι άλλο, ως κάτι σπάνιο και ακριβό να διδάσκεται στα σχολεία, βαδίζει η Όλγα. Κι έτσι μπορεί να συνεχίζει. Το ταξίδι της. «Ένα ταξίδι προς τον Άλλο, τον αγαπημένο ή ένα ταξίδι προς την Ενδοχώρα» που ως ποιήτρια η ίδια, ακόμα περισσότερο μπορεί να καταλαβαίνει. Γιατί, τι πάει να πει λαβύρινθος ξέρει. Κι έτσι ξεκινά.

«Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας ποταμός. Μονάχος κυλούσε μες σε χαράδρες και σε κάμπους μες σε βουνά άσκια άβατα βουνά».

Φτάνει, δεν ήθελε πολύ το παραμύθι να με κερδίσει. Να μου προσφέρει το νήμα της ιστορίας του. Τον ένα ήρωά του. «Που ολημερίς γυρνούσε και ολονυχτίς τα δάση και τις ρεματιές / και σύνορα δε γνώριζε κι ούτε και τα φοβόταν / και που να τον φτάσεις δε μπορούσες / και μόνο από μακριά τον κοίταζες / από μακριά μονάχα του μιλούσες».

«Μονάχο ποτάμι και τρελό
Τρελό από τη μοναξιά του».

Ποίηση και παραμύθι, παραμύθι και ποίηση ήδη, από την αρχή, ένα.

Ποτάμι σύμβολο, πρόσωπο, θα’ λεγα εγώ, άνδρας. Σε πορεία χαρακτηριστικά μοναχική. Μ’ άλλα λόγια σε δοκιμασία ζωής. Δοσμένο ξαναλέω τόσο ποιητικά από μιας αρχής, στην αφετηρία του την αφηγηματική, όσο και στην προσπάθεια, της εξόχως ποιητικά συνέχειάς του. Με τις ιτιές, που ρίζωσαν στις όχθες. Τις γλυκές ιτιές, τις ανταριασμένες, τις αμίλητες, που κάποτε μονάχα με τον άνεμο μιλούσαν. Άνεμο βιαστικό μα σπλαχνικό, άνεμο μεσ’ απ’ τα ουράνια. Ήδη έχω την εντύπωση ότι σ’ ένα πρώτο επίπεδο -ας το πω- σιγά σιγά κατανέμονται οι ρόλοι. Σχηματίζεται ένας περίγυρος. Μες στον οποίο η μικρή Ιτιά, η ιτιά νεράιδα, προβάλλει. «Την είδε ο ποταμός και την εθέλησε».

«Σ’ αγαπώ της είπε», και τότε για ένα ταξίδι της μίλησε που θα’ καμαν οι δυο τους. Ταξίδι-παραμύθι. Παραμύθι, που μέσα του (γιατί κι οι δυο τους αγαπιόντουσαν) θα ταξίδευαν.

Με μαστοριά και τόλμη, με ζωντάνια και χάρη παραστατικά απαράμιλλη, πλάθει η Όλγα την Ιστορία της, στήνει σοφά, θα έλεγε κανείς, την αλληγορική της σημασία. Μετασχηματίζει μ’ επιτυχία τις διάφορες καταστάσεις σε μυθικά και ανθρωπολογικά αρχέτυπα κάνοντας, όχι τυχαία, το παραμύθι ολόκληρο ν’ ακούγεται, σαν νανούρισμα κάποιες φορές, μα, και σαν προσευχή. Κάνοντας εντός μου, άμα της αναγνώσεως, να εντυπώνεται με τον καλύτερο τρόπο, το τοπίο της αγάπης -της αγάπης τους. Που όμως, μακριά από εμπόδια που φάνταζαν ανυπέρβλητα, δεν έμεινε για πολύ.

Καθώς το πρώτο τους φθινόπωρο έφτασε, κι έπειτα τα’ άλιωτα τα χιόνια του χειμώνα.

Και το άλγος Άνοιξης
δρεπανηφόρου - δεν έλλειψε.

Και άντεχε η Ιτιά. Μικρό κορίτσι, γυναίκα γίγαντας, η Ιτιά. Και άντεχε. Όχι γιατί με παθητικότητα αντιμετώπιζε ό,τι της συνέβαινε, μα γιατί κάτι άλλο, κάτι θεϊκό μέσα της ριζωμένο, βαθιά την κρατούσε. Κι ας την τρύπαγε μια θλίψη ως την καρδιά.

Ακόμα και τότε που ο κορμός της ρίγησε από μέσα, όπως ριγά η ψυχή όταν πονά πολύ. Ακόμα έτσι, θέλω να πιστεύω, και τότε. Που ήταν εξαντλημένη η Ιτιά και απελπισμένη κι ανυπεράσπιστη. Πίστευε, συνέχισε να πιστεύει, να εμμένει… με ηρεμία στωική. Αφού «ελπίδα και υπομονή είναι σχεδόν το ίδιο». «Θα περάσουν από πάνω μας όλοι οι τροχοί», λέει, προειδοποιώντας μας ο ποιητής. Και λίγο πιο κάτω «Αγάπη μείνε στην καρδιά αυτός κι αν είναι ο κανών του τραγουδιού σου».

Κι ας φεύγει, μη αντέχοντας ή θέλοντας ή αναζητώντας άλλο τι -ποιος ξέρει, ποιος θα μας το πει- ο ποταμός.  Και ας χάνεται στη μοναχική του πορεία. Κι ας ενεργεί ως πρόσωπο τραγικό, όχι τόσο όσο η Ιτιά ίσως έτοιμο σ’ αυτή της Ζωής τους τη στιγμή για την εθελοθυσία.

Ή πάλι να φοβάται; Να φοβάται… λέτε

«αφού το ξέρει
ότι τα πιο σπάνια αισθήματα
βγαίνουν από εκεί
που δεν επιχειρείται
πραγμάτωση».

Όπως και να’ ναι είμαι ο τελευταίος που θα’ θελε, ντε και καλά, να δώσει ερμηνεία. Όλα δεν εξηγούνται. Και καλύτερα!

«Στα σκοτεινά
οδεύουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε, οι
ήρωες προχωρούν
στα σκοτεινά» λέει ο Σεφέρης.

Εδώ λοιπόν, σ’ ένα τέτοιο έσχατο όριο, ο άνεμος έρχεται να τη συνδράμει την ιτιά, σηματοδοτώντας παράλληλα, τόσο φυσικά και την εξέλιξη του παραμυθιού μας, μέσα από άλλο μοναδικό δρόμο - λύση αυτή τη φορά. Μα ακόμα γίνεται κι αυτό. Κάποιοι να θυμούνται αλλιώς την ιστορία. Και στον κόσμο τούτο «τον παραμυθένιο» όλα επιτρέπονται. Οι ρόλοι επανακατανέμονται, μέσα από τις ατραπούς της τραγικότητας καμιά φορά επέρχεται η σωτηρία. Περνούν οι ήρωες μας πόλεις κι χωριά βουνά και κάμπους και μονοπάτια άβατα ώσπου το δρόμο προς τα πίσω να ξανάβρουν.

Μήνες την κουβάλησε ο άνεμος μες στην αγκάλη
μες στα άλιωτα τα χιόνια του χειμώνα μήνες
κι ούτε κουράστηκε να τη βαστά μονάχα προσευχόταν
βήμα το βήμα προχωρούσε
βήμα το βήμα προσευχόταν
γιατί την αγάπησε και κείνος την ιτιά
με μιαν αγάπη πραγματική.

Κι άρχισε εκείνη αηδόνια να ακούει ξανά
της νύχτας τα τριζόνια
ανεμώνες να βλέπει του χειμώνα και πασχαλιές
 της άνοιξης και κείνα τα φύλλα της σκουριάς
μες στο φθινόπωρο.

Δεν ψευτοπαρηγοριέται εδώ η Όλγα κι ας μας παραμυθεί. Με τον Άνεμο, τον καλό της Άνεμο -της καλοσύνης τον Άνεμο- τον από μηχανής θεό της.

Τον Άνεμο, που είναι αυτάρκης και πλήρης. Τον Άνεμο, ως ακούραστη θέληση ζωής, τον Άνεμο που όλα να τα περιβάλει και να τα αγκαλιάζει και να τα ζωοποιεί μπορεί. Γιατί η πνοή είναι τούτη του κόσμου.

Γιατί, ακόμα και γιατί έτσι τον θέλει η Όλγα, αδιάκοπα γαληνεμένο να πνέει την αγάπη.

Ο Άνεμος, που χωρίς τη φωτιά του τα στήθη μας είναι νεκρά. Ο Άνεμος που όπου γυρίσεις να δεις, αναγνωρίσιμη είναι η μορφή του. Ο Άνεμος ο Ευώδης. Ο ιερός. Ο άπιαστος. Ο ασύλληπτος.

Ο άνεμος μεσ’ στα μαλλιά της.

Ο άνεμος μιας θάλασσας.

Ο Άνεμος, γιατί εκεί μέσα του καθημερινά εμβαπτίζεται του θαύματος γύρω μας η δωρεά. Ο Άνεμος ο τροφοδότης, ο άνεμος ο ταξιδευτής, ο γλεντοκόπος, ο αναχωρητής, ο εξομολόγος, ο ασκητής, ο μύστης -ο φρουρός- ο φύλακας Άγγελος. Ο πανεπόπτης αυτός, που για χάρη της γίνεται αγέρι απαλό για να φέρει το καλοκαίρι. Και το φέρνει και στο παραμύθι μας «ξανά». Όπως, ξανά ακούγεται η φωνή του ποιητή.

«Με την αγάπη μας θα σηκώσουμε την απελπισία μας
απ’ τ’ αμπάρι του κορμιού.
Δεν είναι φορτίο για τη χώρα
των αγγέλων η απελπισία».

«Τότε ήταν που έφτασαν στον τόπο
όπου στα πράσινα νερά του ποταμού της βυθίστηκε…
άνευ όρων και ορίων
ως αγάπη αληθινή που ήταν
και παρέμενε».
Και που ριζώνει. Για να υψωθεί και να λάμψει, να ξεχειλίσει, να φωτοχυθεί.

Σ’ αυτό, το σημείο, νομίζω, ότι το λεγόμενο «κεφαλαιώδες ζητούμενο γα την τέχνη» συντελείται. «Η σχέση του ανθρώπου με το χώρο, το χρόνο και τον εαυτό του». Αν, από τους πιο πάνω εξαίρετους στίχους, αφαιρέσεις μια λέξη, τη λέξη «αγάπη», τότε η παράδοση «η άνευ όρων και ορίων» θα μπορούσε να έχει παρεξηγηθεί. Καθώς περισσότερο σε υποταγή της ηρωίδας θα μας παρέπεμπε. Όμως, είναι φανερό. Άλλο συμβαίνει. Μύηση να τ’ ονομάσει κανείς, ανάσταση; Δικαίωση; Τι; Ή μόνο για ένωση να μιλήσει πρέπει κανένας. Για ένωση εξακολουθητικά μοναδική. Για ένωση, που από μέσα φωτίζει και σκεπάζει. Για την ένωση ως βλάστημα θείον.

Για την ένωση εκείνη που επιτέλους με πράξη εδραιώνεται, ομόδοξη δια παντός. Έτσι για να μπορεί αναντίλεκτα να φτάσει στην υπέρβαση της η Ζωή. Κι ακόμα μακρύτερα στη μετάβασή της, γιατί όχι, από τον καθημερινό βίο στο μεταφυσικό και στον αόρατο. Μου δίνεται η εντύπωση -με επιφύλαξη θα το πω- ότι η κοσμοθεωρία της Όλγας μού αποκαλύπτεται. Δε φλερτάρει μ’ έναν κόσμο άλλονε εδώ η αγάπη. Είναι από μόνη της ένας κόσμος άλλος. Αληθινός και μάλιστα ακατανίκητος από τη φθορά. Όπου ο θάνατος καταργείται. Και μαζί του κάθε χωρισμός. Κι όλα αυτά τα πετυχαίνει τόσο απλά η Όλγα. Δίχως να παραφορτώνει τους ήρωες της, χωρίς να τους παραστολίζει συναισθηματικά, καταφέρνει απολύτως απέριττα να μας υποβάλει τις μορφές τους. Ανιχνεύοντάς τες βαθιά κι ας παίζεται κι ας ξαναπαίζεται επί αιώνες το δράμα.

Η πνευματική της άλλωστε κατάσταση το επιτρέπει. Η γυναικεία φύση πάλλουσα ξανά να καθρεφτίζεται στον ποταμό της. Που σιωπηλός κι από το χρόνο θλιμμένος της δινόταν. Νιώθοντας κι εκείνος, ήρεμος πια, μακριά απ’ αλλότρια βάρη, «πως αν αγαπάς είναι για πάντα». Με τούτα τα λόγια, θα’ λεγα συμπερασματικά, ότι ρίχνει τελειωτικά φως στη ματαίωση η Όλγα, ξαναδίνει προσανατολισμό στην ελπίδα, ξεπερνάει το φόβο για το άγνωστο, υψώνει αναχώματα στο χαμό. Κι αυτό, αντιλαμβάνεστε, μόνο αμελητέο δεν είναι.

Οποία πληρότης. Τι μυστικό έρωτος νικηφόρου που αποκαλύφθηκε,. Μια νέα αφετηρία; Ένα βήμα, όχι ένα βήμα, μια Ζωή να πω, πιο κοντά στην πραγμάτωση, της δικής τους εννοώ, όπως και από δω τουλάχιστον και πέρα πια, οι ίδιοι θα την αντιλαμβάνονται, ελευθερίας.

Γιατί τελικά μάλλον έτσι ανοίγουν οι ουρανοί, έτσι ο κόσμος αλλάζει. Έτσι η πλάση, κοινωνεί την αγάπη.

Γιατί, αν κάτι μένει, και η Όλγα δείχνει να πιστεύει ακράδαντα σ’ αυτό, είναι Εκείνη. Γιατί ένωση και ενίοτε ενόραση και πάθος σε νόημα δραματικά πανανθρώπινο, είναι η αγάπη. Και όχι κάτι το αφηρημένο, μια εντύπωση επιφανειακή, κάτι που μόνο σε άκριτες μπορεί να στηριχτεί  συναισθηματικές παρορμήσεις.

Βεβαίως, ιδιαίτερη μνεία αξίζει η φροντισμένη σε κάθε λεπτομέρειά της έκδοση του «Ιδαλγού», καθώς επίσης και η παράλληλη με τα κείμενα εύθετη εικονογράφηση.

Τελειώνοντας, ήθελα να σας το πω. Η αδυναμία μου να προσεγγίσω όσο ένιωθα αρχικά ότι μπορώ τούτο το παραμύθι, μάλλον μεγάλωσε. Όπως μεγάλωσε γι’ αυτό κι ο θαυμασμός μου.

Βεβαίως και θέλω -από καρδιάς- να σας ευχαριστήσω όλους που με ακούσατε. Να ξέρετε σας μίλησα τρέμοντας σχεδόν από του εγχειρήματος το βάρος. Με τη φωνή μου να νιώθω ότι θα κοπεί.

Ευχαριστώ την Όλγα ιδιαίτερα, για την εμπειρία που μου πρόσφερε, την τιμή που μου έκανε, να είμαι απόψε μαζί σας.

Της είμαι ευγνώμων για το παραμύθι-ποίημα-ύμνο στην αγάπη που μας χάρισε. Της είμαι ευγνώμων διπλά, για τούτη τη γνωριμία. Σας ευχαριστώ.
ΝΙΚΟΣ ΧΟΥΛΗΣ