Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Τα ξεχωρίσματα


Για την Ιτιά και τον Ποταμό της

 Αναρωτιέται κανείς πώς γράφεται ένα παραμύθι. Αναρωτιόμουν κι εγώ. Ώσπου ήρθε και με βρήκε. Ένα παραμύθι που σύντομα, πολύ σύντομα έγινε ποίημα. Και πώς αλλιώς; Ο ποιητικός τρόπος, καλός ή κακός, ελάσσων σίγουρα, είναι ο μοναδικός τρόπος που αναγνωρίζω για να γράψω. Ο μοναδικός στον οποίο χωράω. Έτσι όταν συνάντησα την ιτιά και τον ποταμό του λαϊκού παραμυθιού μέσα από μια ξεχασμένη συλλογή στο πατρικό μου σπίτι, της Αυγής Παπακου-Λαγου, θέλησα να το ακούσω, δηλαδή να το ξαναγράψω, στον πιο οικείο μου τρόπο. Κάτι σαν άσκηση γραφής. Αρχικά το κείμενο πηρέ τη μορφή ενός ποιητικού κάπως πεζού, ενώ πολύ γρήγορα προέκυψε αυτό το αφηγηματικό ποίημα, με το ένδυμα όμως του παραμυθιού. Άλλωστε και η ποίηση τι είναι; Παραμυθία είναι, ακόμα και όταν εκτοξεύεται εντός της όλη η θλίψη ή η οδύνη ενός ποιητή, όπως έγραφε κάπου ο Παλαμάς.

Σήμερα είμαστε εδώ για μια ιτιά και τον ποταμό της. Είμαστε εδώ δηλαδή, κατ’ ουσίαν για να τους κατευοδώσουμε. Τούτο πρακτικά σημαίνει για μένα δυο πράγματα. το ένα έχει να κάνει με εκείνη και με κείνον, να κόψω δηλαδή τον ομφάλιο λώρο που με δένει μαζί τους και να τους ξεπροβοδίσω εκεί όπου θα υπάρχουν ελεύθεροι. Το δεύτερο έχει να κάνει με εσάς και με την ανάγκη μου να τους μοιραστώ μαζί σας, ακούγοντας τα λόγια τους να πετάνε σαν τα πουλιά, που έλεγε ο μακρινός μας Όμηρος, σαν να μην είναι δικά μου και εγώ απλώς ένα σκεύος, μέσα από το οποίο διαχύθηκαν στην ύπαρξη. Ίσως όμως το ένα να υπάρχει εντός του άλλου και η μία ανάγκη να συμπλέκεται ή να μην μπορεί δίχως την άλλη.

Πέραν όμως του λαϊκού παραμυθιού -που όσο και αν το έψαξα δεν το βρήκα, πλην της συλλογής που έχω- και στο σημείο ακριβώς που αυτό σταματά και αφήνει μια ιτιά πληγωμένη στις όχθες ενός αγαπημένου, στην καμπή δηλαδή της δοκιμασίας, προκύπτει εν μια νυκτί -είναι τότε, οι ευλογημένες εκείνες βραδιές, που σου χαρίζονται τα ποιήματα το δίχως άλλο, που κάποιος υπαγορεύει και εσύ απλώς ο στενογράφος τους- προκύπτει μια δεύτερη εκδοχή που συνιστά ανάγκη της ψυχής και κάτω από το αδήριτο κράτος της ελπίδας. Ομολογώ πως δίχως να το θέλω η πίστη μου στην «Επανάληψη» του δανού φιλοσόφου Kierkegaard, που δεν έχει να κάνει παρά με την ιώβεια ανάκτηση του χαμένου παραδείσου ή και με το νόστο του ομηρικού Οδυσσέα,  με επηρέασαν τόσο, στο κομμάτι της ελπίδας και της ανεύρεσης χοϊκής παραμυθίας, που με οδήγησαν σε αυτό το άλμα, που συνιστά και απαιτεί η υπέρβαση της αγάπης. Ίσως όμως και όχι.
 

 
Θα ήθελα να ευχαριστήσω από καρδιάς την Κατερίνα και το Συνεταιριστικό Βιβλιοπωλείο, που δίχως την ευγενική πρότασή της δε θα ξεκινούσε η πορεία προς τη σημερινή βραδιά. Την κ.Γιάννα Στεργιοπούλου και την Κοβεντάρειο Βιβλιοθήκη για τη ζεστή φιλοξενία σε αυτόν τον τόσο ιδιαίτερο τόπο, καθώς και τον κ. Γιάννη Χαρσώνη για όλη την επιμέρους βοήθεια. Την κ.Πίστη Κρυσταλλίδου και το οικείο πλέον αίθριο του Μουσείου της πόλης μου για τη ζεστή φιλοξενία, την υποδειγματική συνεργασία και προπάντων την ευγένειά της. Την κ.Βαρβάρα Γκεκα και όλο το προσωπικό του Μουσείου για τη βοήθεια και την προθυμία τους σε ό,τι απαιτούσαν οι περιστάσεις.

Από καρδιάς ευχαριστώ τους ποιητές που με συντροφεύουν σήμερα με τη ζεστασιά και την αγάπη τους, με τα δώρα που μόλις έλαβα, ως των τριών μάγων, τον ποιητή Γιώργο Δελιόπουλο, έναν μικρό Οδυσσέα της ποίησης, που μεγαλώνει όμως και που οι μαθητές του, διαβάζοντας ποιήματα δικά μας που τους έδωσε -αλήθεια, Γιώργο, πώς το σκέφτηκες τούτο;- υπήρξαν η γέφυρα που έστησε ο ίδιος, προκειμένου να ανταμώσουμε εκ νέου.
 
Την ομιλήτρια Ειρήνη Λαρδουτσου, που με ανάγκασε να πάρω πίσω αυτό που για μένα κατ’ ουσιαν είναι -ποιήτρια δηλαδή- ακριβώς γιατί η ίδια δε νιώθει έτσι, αν και έχει εκτεθεί χάρη στα υπέροχα σονέτα της σε πολύ πιο αξιόλογους από εμάς που δεν έχουν καμιά αμφιβολία για αυτό που η ίδια τώρα αποποιείται, δηλαδή σιωπά. Το σονέτο της «Η ιτιά και ο Σακουλέβας» ήταν το νήμα, ας πούμε, που μας έφερε κοντά. Στην πραγματικότητα το νήμα ήταν ένα οικείο και αγαπημένο πρόσωπο, ο Μίμης Σουλιώτης, δάσκαλός της και δικός μου δάσκαλος, και επόπτης της για τα πάνω από 100 σονέτα της. Μέσα από το θάνατό του έκανε αναπόφευκτο το γεγονός να γειτνιάσουμε τόσο σφοδρά, ώστε να υπάρξει αυτή η έξοδος της ιτιάς σήμερα. Δίχως αυτήν, την Ειρήνη δηλαδή, δε θα το είχα αποφασίσει. Την προηγούμενη φορά -που ήταν η Αλυπία και όχι η Ιτιά- εκείνος στεκόταν δίπλα μου ακριβώς και γιατί νιώθω πώς είναι και σήμερα.

Τον ποιητή των υπέροχων χαϊκού και της λιτής καθαρόαιμης ποίησης, Νίκο Χούλη. Τώρα, πώς είναι δυνατό να ζεις στη Χίο και να γράφεις ποίημα για τον Αλιάκμονα και για μια ιτιά στις όχθες του, μόνο μυστήριο είναι, όχι όμως και ανεξήγητο, όταν μπορείς ακόμα να διασχίζεις την άνυδρη καθημερινότητα μέσω της μεταφυσικής πνοής, όταν υπάρχεις με καρδιά καθαρή ή ως αλαφροΐσκιωτος, όπως έγραφε ο Παπαδιαμάντης στο Άνθος του γιαλού.  Έκανε αγάπη και ήρθε από τη Χίο. Πώς να μην του χρωστώ ευγνωμοσύνη.
 
 
Τις αγαπητές μουσικούς, Δώρα και Χριστίνα Τανή, το τσέλο και το φλάουτο -ή μήπως τον ποταμό και την ιτιά;- που συνδράμουν με ανεπιτήδευτη ευγένεια και με μουσικές σιωπές, φράσεις και ανάσες την ανάγνωση.

Το ζωγράφο Γιώργο Κόλα, που ένας πίνακας του σπιτιού μάς γνώρισε, ίσως μόνο και μόνο για να δώσει μορφή σε αυτό το παραμύθι, που το αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή με βαθιά ευαισθησία και ως παλμογράφος κατάφερε να καταγράψει όλες τις πτυχές της ψυχής των δυο ηρώων του. Η μέρα που μου εμπιστεύτηκε τα σχέδιά του και τα φύλαξα στο ερμάρι του σπιτιού μου, η μέρα δηλαδή που έφτασε η ιτιά στο σπίτι μου, ήταν μια στιγμή ευτυχίας για μένα και του την οφείλω. Ο Γιώργος καιρό τώρα, μεταξύ Ιταλίας, Ισπανίας, Ελλάδας, Αλβανίας. "Θα έρθεις;", τον ρωτώ προχτές. "Θα ερχόμουν και με τα πόδια", μου απαντά. Πώς να μη συγκινηθείς;

Τον Χρυσόστομο Χρυσοστομίδη, τον Ιδαλγό δηλαδή, για την εμπιστοσύνη και την προθυμία με την οποία ανταποκρίνεται -ως τώρα δηλαδή- σε κάθε επικείμενο εκδοτικό εγχείρημα. Κυρίως όμως τον ευχαριστώ για την υπομονή του. Ενδέχεται και να αγιάσει γι’ αυτό. Φροντίζω άλλωστε κατά κόρον προς αυτή την κατεύθυνση. Από την άλλη, φροντίζει και αυτός και με το παραπάνω.

Τη Φωτεινή, πάντα των μετόπισθεν, και για πρώτη φορά σήμερα στην εμπροσθοφυλακή. για την αγάπη της που άντεξε.

Την κυρΑναστασια από τα σηκωμένα χωριά, από την Καρδιά δηλαδή, ξεχωριστά, γιατί κάποτε ζωντανεύουν τα ξεχασμένα όνειρα, όπως μου είπε, και για τούτο ζύμωσε και στόλισε τις κουλούρες του γάμου, γιατί τι είναι η σημερινή μέρα, αν όχι ένα «Μυστήριο».

Εσάς, από καρδιάς, όλους μαζί και έναν-έναν χωριστά, που παραστέκεστε στα «ξεχωρίσματα», που λένε και στην Ήπειρο.

 Όλγα Ντέλλα
17 Ιαν. 13. 12.24 μ.μ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου